Τάσος Χινιτίδης: «Η πένα του ΛΥΚΟΥ»…

Κάποτε, σε μια κοιλάδα που τη σκέπαζε συχνά η ομίχλη, ζούσε ένας λύκος. Δεν ήταν όπως οι άλλοι. Δεν κυνηγούσε για τη χαρά της λείας, μα για τη συνήθεια της μοναξιάς. Είχε μάθει πως η σιωπή ήταν το πιο πιστό του ταίρι.
Μια μέρα, καθώς περνούσε δίπλα από ένα ρυάκι, άκουσε μια φωνή απαλή, σχεδόν τραγουδιστή. Ήταν ένα πρόβατο, λευκό σαν χιόνι, που έπινε νερό δίχως φόβο.
Δεν τρέχεις μακριά; ρώτησε ο λύκος.
Γιατί να τρέξω; Δεν σε βλέπω να πεινάς.
Ο λύκος σάστισε. Πρώτη φορά κάποιος δεν τον έβλεπε σαν απειλή.
Κάθισε κοντά του, και για πρώτη φορά ένιωσε τον άνεμο να φυσά χωρίς να του θυμίζει την ανάγκη του για αίμα.
Κάθε μέρα από τότε, το πρόβατο τον περίμενε στο ίδιο σημείο.
Μιλούσαν για τον ήλιο, για τα σύννεφα, για το πόσο διαφορετικά βλέπουν τον ίδιο ουρανό. Ο λύκος του έμαθε να ουρλιάζει τη νύχτα. Το πρόβατο του έμαθε να ξεχωρίζει το χορτάρι που μυρίζει βροχή.
Με τον καιρό, οι άλλοι λύκοι άρχισαν να γελούν μαζί του.
Έγινες φίλος με τη λεία σου! του φώναζαν.
Και εκείνος απαντούσε: Ίσως, μα εγώ έμαθα να μην πεινώ μέσα μου.
Μια μέρα, το πρόβατο χάθηκε.
Ο λύκος έψαξε παντού, μέχρι που βρήκε μονάχα το αποτύπωμα του στο χώμα.
Δεν έκλαψε, μόνο ξάπλωσε εκεί, στο σημείο που συναντιούνταν, και ψιθύρισε:

Δεν ήσουν ποτέ λεία μου. Ήσουν η απόδειξη ότι η φύση δεν ορίζει την καρδιά.

Από τότε, κάθε φορά που η ομίχλη κατεβαίνει στην κοιλάδα, κάποιοι λένε πως ακούνε έναν λύκο να ουρλιάζει όχι από πείνα, αλλά από νοσταλγία, για εκείνο το πρόβατο που του έμαθε πως ακόμη και ένα θηρίο μπορεί να γίνει φίλος, αν βρει κάποιον που δεν το φοβάται.
«Δεν είναι η γέννα που σε καθορίζει,
μα η στιγμή που αποφασίζεις να μην δαγκώσεις το φως.
Μπορεί να έχεις νύχια, και πάλι να χαϊδεύεις.
Να έχεις ουρλιαχτό, και να το κάνεις προσευχή.
Να περπατάς ανάμεσα σε φόβους, και να μην ανήκεις σε κανέναν.
Γιατί το αίμα κουβαλά τη φύση,
μα η καρδιά κρατά την επιλογή.
Και αν σταθείς απέναντι στο ένστικτο σου,
τότε θα καταλάβεις:
Μπορεί να γεννηθείς θηρίο, μα να ζήσεις ψυχή.»
Τάσος Χινιτίδης – Η πένα του ΛΥΚΟΥ