Έφτασαν και τα 62α Χριστούγεννα της ζωής μου! Γεννήθηκα στις 17 Δεκεμβρίου, μία εβδομάδα πριν τα Χριστούγεννα του 1964. Και αυτό που λέω εδώ και χρόνια στους δικούς μου ανθρώπους ”γεννήθηκα σε έναν άλλον κόσμο, έπαιξα ως παιδί σε έναν άλλον κόσμο, πήγα σχολείο σε έναν άλλον κόσμο, άρχισα να εργάζομαι σε έναν άλλον κόσμο, έζησα τα ωραιότερα χρόνια μου σε έναν άλλον κόσμο, έγινα μεσήλικας σε έναν άλλον κόσμο, σήμερα ζω σε έναν άλλον κόσμο και σίγουρα θα κλείσω τα μάτια μου σε έναν άλλον κόσμο”.
Σήμερα δυστυχώς χάθηκαν οι βασικές αξίες της ζωής. Η συμπόνοια. Η αγάπη. Η φιλία. Η καλοσύνη. Η ευγένεια. Η ευπρέπεια. Η εντιμότητα. Η αξιοπρέπεια. Η συνέπεια. Το φιλότιμο. Η δικαιοσύνη. Και τόσα άλλα…
Θυμάμαι μια υπέροχη συνέντευξη που είχα την τιμή να πάρω το 2005 από τον αείμνηστο Χρόνη Μίσσιο στη δύση της ζωής του. Ρώτησα τον διαπρεπή συγγραφέα αν ετοίμαζε κάποια τελευταίο βιβλίο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ απάντησή του ”παιδί μου έχω πολλά βιβλία στο μυαλό μου, αλλά δεν ξέρω σε ποιόν πλανητη να βάλω τους ηρωές μου”…
Δεν είναι πλανήτης αυτό που ζούμε. Δεν είναι κόσμος. Δεν είναι κοινωνία. Δεν είναι τίποτα πλέον κανονικό. Ζητώ συγνώμη για αυτές τις σκέψεις γιορτιάρες μέρες χαράς, αλλά αυτή είναι η αλήθεια μου. Και πιστέυω και άλλων ανθρώπων της γενιάς μου. Αλλά και νεότερων. Όσο για τους γηραιότερους από εμένα. Αυτοί μάλλον είναι τυχεροί. Γιατί παρά τις δυσκολίες και την όποια οικονομική δυσχέρεια, έζησαν τα πάντα όπως έπρεπε. Και ο παραλογισμός τους βρήκε όταν είχαν χαρεί τα πάντα. Και τώρα φιλοσοφούν και θυμούνται…
Πόσο θα ήθελα να γύριζα για μία εβδομάδα σε κάποιες γιορτές, κατά προτίμηση της δεκαετίας του 70′ Τότε που ήμουν παιδί. Μαθητής του 42ου δημοτικού. Άντε και του 24ου γυμνασίου. (Τι σύμπτωση με αντίστροφους αριθμούς τα σχολεία της ζωής μου 42-24). Να ξενυχτήσω για να περιμένω να δω τον Άγιο Βασίλη. Ναι τον περίμενα ως τα έξι μου χρόνια της αθωότητας. Μετά…ξύπνησα. Να ξαναπώ τα κάλαντα με την παλιοπαρέα του Γκύζη. Να ξαναπαίξω μπάλα στην αλάνα της οδού Νορντάου. Να ξαναφάω στο οικογενειακό τραπέζι της Κυριακής με τους γονείς, την αδελφή μου, τους θείους και θείες, τους παππούδες και γιαγιάδες που σήμερα δεν ζει κανένας τους.
Ας είναι. Ευλογία Θεού που αυτή τη στιγμή γράφω αυτό το χρονογράφημα για το περιοδικό μιας άλλης οικογένειας. Της Αναστασίας, του Τάσου, της Έλενας και της Ντορέτας. Έχω ξεχάσει κι εγω πόσα χρόνια ειμαι δημοσιογράφος. Και από πότε τα μετράω αλήθεια; Από το εφημεριδάκι που έβγαζα με καρμπόν στο 24ο Λύκειο 17 ετών; Από το πρώτο μου άρθο ως άμισθος στο περιοδικό ”Θησαυρός” 19 ετών ή το πρώτο μου ρεπορτάζ στην ιστορική εφημερίδα ”Ακρόπολις” ως επαγγελματίας δημοσιογράφος 21 ετών; Από όποια ”αφετηρία” κι αν ξεκινήσω είναι πάνω από 40 χρόνια…
Σας αφήνω με την ευχή, φέτος να γίνει η ψυχή μας μια Άγια Φάτνη. Και σας θυμίζω το εκπληκτικό κείμενο του κορυφαίου Έλληνα διανοητή Νίκου Καζαντζάκη από το ”Βίος και Πολιτεία”…
«Να ξέραμε, αφεντικό τι λένε οι πέτρες, τα λουλούδια, η βροχή!
Μπορεί να φωνάζουν, να μας φωνάζουν, κι εμείς να μην ακούμε.
Να, όπως κι εμείς φωνάζουμε κι αυτά δεν ακούνε.
Πότε θ’ ανοίξουν τ’ αυτιά του κόσμου, αφεντικό;
Πότε θ’ ανοίξουν τα μάτια μας να δούμε;
Πότε θ’ ανοίξουν οι αγκαλιές μας, πέτρες, λουλούδια και βροχή κι άνθρωποι ν’ αγκαλιαστούμε;»

