Οι «κουραμπιέδες» της Κατερίνας Κρυστάλλη και το μήνυμα που πρέπει όλοι να λάβουν…

Γράφει η Κατερίνα Κρυστάλλη

Όταν η Βάσω έβγαλε την τελευταία λαμαρίνα από το φούρνο, η κουζίνα μύριζε βούτυρο αγελάδας και καβουρδισμένο αμύγδαλο. Η Βάσω, με την ποδιά της γεμάτη αλεύρι και το καλό της ταγέρ από κάτω, τους ετοίμαζε κάθε χρόνο, και όλοι στο Γραμματικό το περίμεναν σαν να περιμένουν θαύμα.

«Για όλους θα έχει. Για τον Παναγιώτη που μου κλέβει τα λεμόνια. Για την Βαρβάρα που είπε στο ΚΑΠΗ ότι βάζω μαργαρίνη. Χα! Αν είναι δυνατόν! Και της Πελαγίας…Ειδικά εκείνης!»

Η Πελαγία έμενε λίγα σπίτια πιο πάνω. Χήρα από το 2000, απόκοσμη και λιγομίλητη. Είχε εμμονή με την Βάσω. Μάγισσα την ανέβαζε, ψεύτρα την κατέβαζε γιατί η Βάσω ήταν καλύτερη ζαχαροπλάστισσά από εκείνη. Πόσες και πόσες φορές την είχε παινέψει ο άντρας της πριν πεθάνει; Δεν ήταν λίγες οι φορές που τον είχε πιάσει μπουκωμένο να έρχεται από το σπίτι της Βάσως.

Όταν η Βάσω της άφησε την τσάντα με τους κουραμπιέδες στα κάγκελα, η Πελαγία βγήκε φουριόζα και άρπαξε το κουτί. Το άνοιξε, κοίταξε τους κουραμπιέδες και ψιθύρισε: «Τώρα θα δούνε όλοι ποια είσαι.»

Από το ντουλάπι της κουζίνας έβγαλε ένα μικρό κουτί. Ποντικοφάρμακο. Έφαγε έναν κουραμπιέ και γέμισε ένοχη απόλαυση. Καταραμένη! Σκέφτηκε. Είχε δίκιο ο Ανέστης μου που έτρωγε τα γλυκά σου. Με ένα διαβολικό χαμόγελο έριξε το περιεχόμενο από το κουτί στους υπόλοιπους κουραμπιέδες. Έφαγε έναν ολόκληρο. Κάθισε στον καναπέ και περίμενε. Το πρόσωπο της σφίχτηκε. Μέσα σε είκοσι λεπτά, η Πελαγία είχε καλέσει την αστυνομία και το Κέντρο Υγείας Νέας Μάκρης. «Η Βάσω με δηλητηρίασε!» φώναζε. «Ήθελε να με ξεκάνει! Τι σόι ζαχαροπλάστισσά είναι αυτή;»

Η είδηση έσκασε σαν κεραυνός. Στην πλατεία, στο παντοπωλείο αλλά και στο καφενείο που βρισκόταν εκείνη την στιγμή ο δήμαρχος. Αγαπούσε τη Βάσω. Του έφτιαχνε κουραμπιέδες με έξτρα αμύγδαλο. Πήγε έξαλλος στο σπίτι της. «Κατέβα κάτω, Βάσω. Σε κατηγορεί για απόπειρα δολοφονίας,» της είπε με κατεβασμένο το κεφάλι, όταν την είδε.

Η Βάσω έβγαλε την ποδιά της. Αμέσως κατάλαβε σε ποια αναφερόταν. Τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και του είπε: «Εσύ θα το πιστέψεις αυτό, Δήμαρχε; Πόσες φορές σου έχω γλυκάνει το στόμα σου;» Ο δήμαρχος δίστασε. Έπειτα ζήτησε να εξεταστούν οι υπόλοιποι κουραμπιέδες. Οι αναλύσεις δεν έδειξαν τίποτα. Καθαροί σαν το χιόνι της Πεντέλης. Η Βάσω είχε δίκιο. Την ίδια μέρα, στο Κέντρο Υγείας, η Πελαγία ομολόγησε. Δεν άντεξε.
«Ήθελα να της χαλάσω το όνομα… Δεν με θυμάται κανείς πια, μόνο αυτή αγαπάνε… Εγώ ήμουν η πρώτη που έφτιαξα κουραμπιέδες στη γειτονιά! Εγώ ήμουν η πρώτη ζαχαροπλάστισσα!» Ο γιατρός δεν είπε τίποτα. Μονάχα κάλεσε τους γιους της. Ο δήμαρχος απλώς κούνησε το κεφάλι του.

Το ίδιο βράδυ, η Βάσω πήρε τη μεγαλύτερη πιατέλα, την στόλισε με μια πράσινη ζελατίνα και κατέβηκε αργά προς το σπίτι της Πελαγίας. Έξω από την πόρτα, άφησε κουραμπιέδες. Χωρίς φαρμάκι. Μόνο με αγάπη.