«Κυνηγητό στο σκοτάδι με παρακάμψεις προς τη σιωπή…»

Γράφει η Αναστασία Γαβριελάτου
Τι να γράψει κανείς άραγε για την Ανατολική Αττική που να μην έχει ήδη ειπωθεί; Για τη Ραφήνα, τη Νέα Μάκρη, τον Μαραθώνα, για μια περιοχή που μοιάζει να ζει μόνιμα ανάμεσα σε εργοτάξια, σκαμμένους δρόμους, ημιτελή έργα και μια καθημερινότητα που δοκιμάζει τις αντοχές των κατοίκων της.
Έργα αποχέτευσης, οπτικές ίνες, πεζοδρόμια, κονδύλια που έρχονται και φεύγουν, δρόμοι που κλείνουν, παρακάμψεις, κυκλοφοριακό χάος. Και μέσα σε όλα αυτά, μια αίσθηση ότι οι υποδομές δεν ακολουθούν ποτέ την πραγματική ανάπτυξη της περιοχής. Ένας τόπος που γέμισε κόσμο τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μετά την περίοδο του COVID, με ανθρώπους που αναζήτησαν μια διαφορετική ποιότητα ζωής μακριά από το κέντρο, χωρίς όμως να συνοδευτεί αυτή η μετακίνηση από την απαραίτητη οργάνωση, μια οργάνωση που τελικά κανείς δεν φανταζόταν ότι θα κατέληγε να μοιάζει με αποτυχία, γιατί σίγουρα δεν περίμεναν ούτε οι ίδιοι ότι θα ζουν σε αυτές τις συνθήκες.
Σε μια περιοχή ήδη βαθιά τραυματισμένη από τη φονική πυρκαγιά του 2018, η αίσθηση της ευαλωτότητας παραμένει έντονη. Ένα τροχαίο αρκεί για να παραμείνεις εγκλωβισμένος αμέτρητα λεπτά στη Μαραθώνος, σε έναν δρόμο που τελικά είναι μία φρικτή παγίδα και όχι οδική αρτηρία.
Και τότε σκέφτομαι πως, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, εγώ προσωπικά θα προτιμούσα να είμαι ακινητοποιημένη στη Μιχαλακοπούλου, όπου τουλάχιστον υπάρχει πάντα ένα στενό, μια εναλλακτική, μια μικρή διέξοδος.
Εδώ, αν κάτι πάει στραβά, τελείωσες. Εγκλωβισμένος μαζί με όλους τους υπόλοιπους, περιμένοντας απλώς καλή τύχη.
Όλα αυτά τα λέμε, τα ξαναλέμε, τα φωνάζουμε καθημερινά. Παράπονα χιλιοειπωμένα. Αλήθειες γνωστές σε όλους.
Και ίσως γι’ αυτό αποφάσισα να μη χρησιμοποιήσω όλον αυτόν τον χώρο για να επαναλάβω όσα ήδη γνωρίζουμε.
Πριν από λίγες ημέρες, σε μια εντελώς συνηθισμένη οικογενειακή έξοδο, μου δόθηκε ένα μάθημα πολύ πιο ουσιαστικό.
Βρισκόμουν με την οικογένειά μου σε ένα εστιατόριο, μαζί με τα δύο μικρά μου παιδιά. Είχαμε τελειώσει το γεύμα μας όταν πέρασε από τα τραπέζια ένας άνθρωπος κρατώντας μικρά φωτεινά παιχνίδια και διακοσμητικά αντικείμενα, από εκείνους τους πλανόδιους πωλητές που αφήνουν για λίγο το εμπόρευμά τους μπροστά σου, ελπίζοντας σε μια μικρή αγορά.
Ανάμεσα σε αυτά υπήρχε ένα φωτεινό μπλε αρκουδάκι.
Μέχρι να επιστρέψω από την εξωτερική βεράντα όπου βρισκόμουν με τα παιδιά, εκείνος είχε ήδη φύγει. Οι μικρές το είχαν δει, το ήθελαν, κι εγώ βρέθηκα ξαφνικά να τον κυνηγώ σχεδόν αυθόρμητα έξω στον δρόμο. Του φώναξα, προσπάθησα να τον προλάβω, αλλά μάταια. Τότε κατάλαβα ότι όντως δεν άκουγε, είχε προφανώς σοβαρό πρόβλημα ακοής, κάτι που το διαπίστωσα εκείνη τη στιγμή, βλέποντας πως δεν ανταποκρινόταν καθόλου στη φωνή μου.
Τον είδα να μπαίνει ως συνοδηγός σε ένα βαν που τον περίμενε και να απομακρύνεται προς τη Νέα Μάκρη.
Η λογική έλεγε να επιστρέψουμε σπίτι. Ήταν αργά, τα παιδιά νυσταγμένα. Κι όμως, κάτι μέσα μου είχε κολλήσει σε εκείνο το αρκουδάκι. Ίσως περισσότερο απ’ όσο είχε κολλήσει στα παιδιά.
Λίγη ώρα αργότερα, με τα μικρά ήδη κοιμισμένα στο πίσω κάθισμα και ενώ λόγω κλειστών δρόμων αναγκαζόμασταν να κάνουμε παρακάμψεις, περνώντας από τη Λεωφόρο Ποσειδώνος, είδα ξαφνικά το ίδιο βαν σταματημένο με αλάρμ, έξω από ταβέρνες της περιοχής.
Σταμάτησα αμέσως.
Βγήκα κρατώντας το πορτοφόλι μου και πλησίασα. Μέσα στο βαν διαπίστωσα πως όχι δεν ήταν μόνο ο άνθρωπος που είχα δει νωρίτερα, αλλά και ο οδηγός, καθώς και μια γυναίκα στο πίσω κάθισμα, επίσης βυθισμένοι στη σιωπή
.
Δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε. Δεν γνώριζα νοηματική, εκείνοι δεν μπορούσαν να ακούσουν τη φωνή μου.
 Προσπαθούσα αδέξια, σχεδόν παιδικά, να εξηγήσω τι θέλω με κινήσεις, με τα χέρια, δείχνοντας προς το φως του αυτοκινήτου, κάνοντας σχήματα στον αέρα.
Μου έβγαλαν ένα μικρό φωτιστικό. Όχι, δεν ήταν αυτό. Μετά κάτι άλλο. Και τελικά, το τρίτο αντικείμενο που μου έδωσαν ήταν εκείνο: το μπλε φωτεινό αρκουδάκι.
Το πήρα, πλήρωσα και μου χαμογέλασαν.
Και τότε συνέβη κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ.
Και οι τρεις με ευχαρίστησαν ταυτόχρονα. Όχι με λέξεις. Όχι με ήχους.
Με τα χέρια τους στην καρδιά.

Μέσα στο βαν επικρατούσε απόλυτη σιωπή. Μια σιωπή τόσο βαθιά και απόλυτη, που σχεδόν σε ανάγκαζε να την ακούσεις. Δεν υπήρχε ούτε ψίθυρος, ούτε αυθόρμητος ήχος, ούτε μια κραυγή. Μόνο εγώ, να μιλάω σχεδόν μηχανικά, σαν από συνήθεια, ενώ στην πραγματικότητα η φωνή μου δεν είχε κανέναν αποδέκτη.

Ήταν μια στιγμή παράξενη, σπάνια, συγκινητική.
Γύρισα στο αυτοκίνητο, έδωσα το αρκουδάκι στις μικρές που ενθουσιάστηκαν.
Όμως αυτό που έμεινε σε μένα ήταν κάτι άλλο.

 

Πόσες φορές δεν έχουμε βιαστεί να αμφισβητήσουμε ανθρώπους; Να σκεφτούμε πως ίσως προσποιούνται, πως ίσως χρησιμοποιούν μια δυσκολία για να πουλήσουν κάτι, να συγκινήσουν, να κερδίσουν λίγα χρήματα παραπάνω;
Κι όμως, εκείνο το βράδυ είχα μπροστά μου τρεις ανθρώπους που ακόμη κι αν κάποιος ήθελε να αμφιβάλει, ακόμη και αν “έπαιζαν θέατρο” έδιναν έναν αγώνα που δεν μπορούσες παρά να σεβαστείς.
Σάββατο βράδυ. Όλος ο κόσμος έξω να διασκεδάζει. Κι εκείνοι, μέσα στη σιωπή τους, να γυρίζουν από τραπέζι σε τραπέζι, προσπαθώντας με αξιοπρέπεια να βγάλουν το μεροκάματό τους.

Η ζωή τελικά έχει πολλές όψεις.

Κι εμείς, χαμένοι συχνά μέσα στα παράπονα, την αγανάκτηση, τα έργα, την κίνηση και τη δυσλειτουργία της καθημερινότητας, ξεχνάμε να κοιτάξουμε λίγο πιο προσεκτικά γύρω μας.
Εκείνο το βράδυ, θα έλεγε κανείς ότι αγόρασα απλώς ένα φωτεινό αρκουδάκι για να χαρούν τα παιδιά μου. Στην πραγματικότητα, όμως, πήρα κάτι πολύ περισσότερο.
Πήρα ένα μικρό μάθημα ζωής, ως δώρο γενεθλίων.

Ένα μάθημα για την αξιοπρέπεια, για την προσπάθεια, για τη σιωπηλή δύναμη και για την ευγνωμοσύνη που δεν χρειάζεται λόγια για να εκφραστεί.

Γιατί τελικά υπάρχει τρόπος να ευχαριστείς μέσα από την καρδιά σου, ακόμη κι όταν δεν μπορείς να μιλήσεις.
Και αν θέλω να είμαι ειλικρινής, μάλλον εκείνο το βράδυ δεν ήταν εκείνοι που όφειλαν να με ευχαριστήσουν.

 

Μάλλον εγώ ήμουν αυτή που έπρεπε να πει … το μεγαλύτερο «ευχαριστώ», εν τέλει – για πολλούς λόγους.
ΠΗΓΗ άρθρου Εφημερίδα ”Πρωτοσέλιδο”