Οι «Φαντασματοδιώκτες»! Της Κατερίνας Κρυστάλλη

oi-fantasmatodioktes-tis-katerinas-krystalli

Γράφει η Κατερίνα Κρυστάλλη

Αφού η Βάσια έφαγε μια χορταστική μερίδα από την κρέπα της, έδεσε τα σπορτέξ της και πήρετο σακίδιο της που είχε μέσα τον φακό, αλάτι και ένα μεγάλο μπουκάλι νερό. Έκλεισε την πόρτα πίσω της και βγήκε γρήγορα γιατί στο αμάξι την περίμενε το παρεάκι της. Ο Χρήστος, ο Γιάννης και ο Μάνος, οι υπόλοιποι “Φαντασματοδιώκτες”! θα πήγαιναν στο Σπήλαιο του Πάνα για εξερεύνηση υπερφυσικών φαινομένων.

Η νύχτα το απαιτούσε γιατί είχε πανσέληνο και ήταν και το Χάλογουιν, η γιορτή των ψυχών. Φτάνοντας στην Οινόη, ο Μάνος πάρκαρε το αυτοκίνητο του για να συνεχίσουν με τα πόδια.

“Ρε παιδιά, εγώ ψιλοφοβάμαι. Είστε σίγουροι πως δεν θα μας φάνε οι λύκοι;” είπε ο Γιάννης.

“Δεν έχει λύκους στον Μαραθώνα. Καλά δεν λέω βρε Χρήστο;” ρώτησε η Βάσια σκύβοντας μπροστά για να δει τα γαλανά μάτια του Χρήστου.

“Τι λύκους και μαλακίες! Πάμε να δούμε αυτή την σπηλιά να τελειώνουμε, να πάμε γιατσίπουρα να ζεσταθεί το κοκκαλάκι μας!” γκρίνιαξε ο Χρήστος και η Βάσια χαχάνισε.

Ο Μάνος που τους οδηγούσε και φώτιζε τον δρόμο μπροστά δεν είχε ακούσει αυτή τηνστιχομυθία. Κάτι όμως δεν πήγαινε καλά. Ένιωθε ένα ρίγος στην ραχοκοκκαλιά και δεν ήταν από τοκρύο.Φτάνοντας στην σπηλιά, o Γιάννης έβγαλε μια κραυγή που τρόμαξε τους υπόλοιπους.

“Τι έπαθες;” ρώτησε αγριεμένος ο Χρήστος.“Νο… νόμιζα πως είδα ένα φάντασμα..

”“Ε ρε με έναν που μπλέξαμε! Μα για αυτό ήρθαμε εδώ για να βρούμε τα φαντάσματα του Σπηλαίου και να τα εξορκίσουμε!”

“Τι; Θα κάνουμε και εξορκισμό; Εγώ δεν ξέρω από αυτά…” είπε ο Γιάννης φοβισμένος.

“Θα δούμε βρε Γιάννη μου…” είπε καθυσυχαστικά η Βάσια και τον έπιασε από το μπράτσο.

Ο Μάνος καθ’ όλη την διάρκεια είχε μείνει αμίλητος. Κρατούσε στο ένα χέρι τον φακό και στο άλλο το ραντάρ που του έδειχνε το εκτόπλασμα, την ουσία που αφήνουν τα φαντάσματα. Το κοντέρ είχε τρελλαθεί. Πήγαινε από το πράσινο στο κόκκινο και από το κόκκινο στο μωβ, δείγμα πως υπήρχανέντονα ψυχικά φαινόμενα. Γνώριζε πως τα παιδιά θα μπορούσαν να προστατεύσουν τον εαυτό τους από κάθε κίνδυνο. Εκτός από τον Γιάννη.“Παιδιά, για μαζευτείτε λίγο εδώ,” τους είπε και όλοι πήγαν δίπλα του.

“Καλύτερα να μείνουμεόλοι μαζί γιατί βλέπω ότι έχουμε παρέα.

”“Όχι ρε φίλε, όχι ρε φίλε!” φώναξε ο Γιάννης.

“Είμαστε ή δεν είμαστε οι ‘φαντασματοδιώκτες Γιάννη μου;” είπε ο Μάνος ειρωνικά.

“Είμαστε αλλά…” γκρίνιαξε ο Γιάννης.

“Ωραία, προχωράμε μπροστά…” πρόλαβε να πει ο Μάνος πριν τους τυλίξει μια απόκοσμη ομίχλη και χωρίσει τα τέσσερα παιδιά.

“Ωχ! Τι θα κάνουμε τώρα Μάνο;” είπε η Βάσια.

“Τώρα… τίποτα. Εγώ θα προσέχω εσένα και εσύ εμένα μέχρι να βρούμε την έξοδο ή κάποιο φάντασμα.”

“Τι λες τώρα;” είπε η Βάσια χαχανίζοντας και έπιασε τον Μάνο από το μπράτσο για να είναισίγουρη πως δεν θα παραπατήσει.

Ένα γέλιο παιδιού έσκισε την αποπνικτική ατμόσφαιρα.

“Να τα μας…Βάσια ετοιμάσου! Έφερες το αλάτι;”

“Ναι!” είπε η κοπέλα αποφασισμένη και άρχισε να ραντίζει τον χώρο γύρω τους με χοντρό αλάτι ενώ ο Μάνος έλεγε μια προσευχή στα Λατινικά.Το παιδικό γέλιο μεταμορφώθηκε σε κλάμα και τοκλάμα σε ουρλιαχτά. Ένιωσαν ένα ψυχρό και δύσοσμο αέρα να τους διαπερνά. Το στομάχι της Βάσιαςδεν άντεξε και έκανε εμετό την κρέπα που είχε φάει νωρίτερα.

“Στα ‘λεγα ρε Χρήστο, στα ‘λεγα!” γκάριξε ο Γιάννης.

“Σουτ! Σημασία έχει να βγούμε έξω τώρα,” είπε ο φίλος του ξεροβήχοντας.

“Τι ήταν αυτό; Είδα μια σκιά!” είπε ο Γιάννης.

“Βλέπω φως! Από εδώ!” είπε ο Χρήστος και με το χέρι του ψηλά οδήγησε τον Γιάννη σε ένανχώρο λουσμένο από φως. Μια τρύπα στην οροφή της σπηλιάς επέτρεπε στο θαμπό φως του φεγγαριού να μπει μέσα και να αποκαλύψει μια αποκρουστική σκηνή στους δύο άντρες. Οι φίλοι τους, η Βάσια και ο Μανώλης ήταν γυμνοί και κρατούσαν μια αιχμηρή πέτρα. Χάραζαν ο ένας πάνω στον άλλον αρχαία σύμβολα. Το αίμα τους έτρεχε ποτάμι από το στήθος, τους μηρούς, τους ώμους. Και γέλαγαν, γέλαγαν σαρδόνια. Ο Μάνος με βαριά και τερατώδη φωνή, κάλεσε τον Γιάννη κοντά του, ο οποίος πήγε σαν υπνωτισμένος, ενώ ο Χρήστος τον τράβαγε πίσω.Ο Γιάννης με γρήγορα βήματα βρέθηκε κοντά στους φίλους του και είχε ένα χαζό χαμόγελο σαν να έβλεπε την ομορφότερη σκηνή του κόσμου.

Οι φίλοι του, άρχισαν να τον χαϊδεύουν και να τουβγάζουν τα ρούχα, λίγο πριν τον δαγκώσουν και του πιουν το αίμα. Ο Χρήστος λιποθύμησε βλέπονταςαυτή την σκηνή.

Οι πραγματικοί Μάνος και Βάσια βρίσκονταν ήδη στο αμάξι και έφευγαν εσπευσμένα από αυτότο καταραμένο μέρος με την υπόσχεση να σταματήσουν να κυνηγάνε φαντάσματα. Ένιωσαν λίγες τύψεις που δεν έψαξαν περισσότερο τους φίλους τους αλλά γνώριζαν πως κάποιος έπρεπε να επιστρέψει για να διηγηθεί την ιστορία.