Γιατί Τιμωρούμε τη Γενναιοδωρία; – «Θέλω να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονά μου»

«Ήταν κάποτε δυο γείτονες σ’ ένα χωριό.
Ο ένας απ’ αυτούς όλο παραπονιόταν, διότι ο γείτονάς του είχε κατσίκα, ενώ ο ίδιος δεν είχε. Και όσο έβλεπε τον γείτονά του να χαίρεται με την κατσίκα του, τόσο και θύμωνε και ζήλευε περισσότερο.

Εμφανίζεται λοιπόν κάποια στιγμή ο Θεός και του λέει…
– Πες μου τέκνο μου, εσύ τι θέλεις. Όποια ευχή έχεις θα σου την εκπληρώσω

Και εκείνος απαντά:
– Θέλω να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονά μου».

Η παραπάνω παροιμία, γνωστή σε όλους μας, απεικονίζει με πολύ παραστατικό τρόπο διάφορα κοινωνικά κακά: φθόνο, διχόνοια, κακία, τιμωρητικότητα, εκδικητικότητα. Δυστυχώς, όντας βγαλμένη από την καθημερινή ελληνική ζωή, περιγράφει μια αληθινή κατάσταση, την οποία καλούμαστε να αντιμετωπίζουμε.

Σε αυτό το άρθρο θα δούμε τα ευρήματα μίας έρευνας η οποία εξέτασε αυτό που ονομάζεται «αντικοινωνική τιμωρία», δηλαδή πράξεις που τιμωρούν τη συνεργατικότητα, την προσφορά και την ανάληψη της πρέπουσας ευθύνης.

Οι ερευνητές εξέτασαν τη συχνότητα του φαινομένου αυτού, αντλώντας δείγματα από πολλές χώρες/πολιτισμικά πλαίσια. Το δείγμα συμμετεχόντων που αντιπροσώπευε την Ελλάδα, παρουσίασε από τα υψηλότερα ποσοστά αντικοινωνικής τιμωρίας σε σχέση με τις άλλες χώρες.

Αλτρουιστική και Αντικοινωνική Τιμωρία

Όπως αναφέρθηκε ήδη, μια κοινωνική ομάδα μπορεί να εφαρμόζει ένα είδος τιμωρίας που στοχεύει τους καλοθελητές, τους γενναιόδωρους και τους υπεύθυνους.

Αυτό εκ πρώτης όψης φαίνεται παράλογο: γιατί να το κάνει κάποιος; (παρακάτω θα το επεξηγήσουμε). Εν αντιθέσει, η αλτρουιστική τιμωρία περιλαμβάνει ποινές εναντίον των μελών που δεν προσφέρουν ό,τι τους αναλογεί και που λειτουργούν εις βάρος των υπολοίπων.

Γενικώς, το πρώτο είδος τιμωρίας βλάπτει την κοινωνική συνοχή και την αλληλεγγύη, ενώ το δεύτερο, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να τις αυξήσει.

Η Έρευνα των Herrmann και Συνεργατών

Ο Benedikt Herrmann και οι συνεργάτες του συγκέντρωσαν συμμετέχοντες από 16 χώρες και τους έβαλαν να παίξουν ένα ομαδικό παιχνίδι, το οποίο προσομοίωνε την προσπάθεια επίτευξης διαφόρων κοινωνικών σκοπών.

Βασική παράμετρος των παιχνιδιών ήταν πως η συνεργασία θα οδηγούσε σε ένα ωφέλιμο για όλους αποτέλεσμα. Κάθε παίκτης αποφάσιζε σε κάθε γύρο αν και πόσο θα επενδύσει για τον κοινό σκοπό. Ταυτόχρονα, όποιος παίχτης ήθελε, μπορούσε να μην συνεισφέρει στον κοινό σκοπό και να εκμεταλλευτεί τις συνεισφορές των άλλων μελών. Στο τέλος κάθε γύρου, καθένας επέλεγε εάν θα τιμωρήσει (και πόσο) κάποια άλλα μέλη της ομάδας (με αφαίρεση «χρημάτων»/πόντων).

Όπως αναφέρθηκε, η αλτρουιστική τιμωρία (ποινές εναντίον όσων έπαιζαν εγωιστικά) προέβλεπε μεγαλύτερη συνεργατικότητα στην ομάδα, ενώ η αντικοινωνική τιμωρία προέβλεπε χαμηλότερη.

Οι συμμετέχοντες που προέρχονταν από την Αθήνα (ως δείγμα για την ελληνική κουλτούρα) παρουσίασαν από τα χαμηλότερα ποσοστά συνεργασίας και τα υψηλότερα ποσοστά αντικοινωνικής τιμωρίας. Με άλλα λόγια, εκείνοι οι παίκτες τιμωρούσαν πολύ και συχνά όσους συμπαίκτες τους ήταν πιο γενναιόδωροι και προσέφεραν από τα «χρήματά» τους για την επίτευξη των στόχων της ομάδας.

Για ποιους λόγους λοιπόν μπορεί να παρατηρείται μια τέτοια συμπεριφορά;

Αιτίες της Αντικοινωνικής Τιμωρίας

Παρακάτω παρουσιάζονται ορισμένες από τις αιτίες για το φαινόμενο αυτό:

1. Εκδίκηση: Οι συνεργατικοί/γενναιόδωροι παίκτες συχνά τιμωρούσαν εκείνους που έπαιζαν εγωιστικά. Σε κάποιες ομάδες/κουλτούρες όμως, οι εγωιστές παίκτες αντί να συμμορφωθούν και να αυξήσουν τη συνεργατικότητά τους, επέλεγαν να τιμωρούν τους γενναιόδωρους ως αντίποινα για τη δική τους τιμωρία.

2. Ανταγωνισμός και Κυριαρχικότητα: Ορισμένα άτομα έχουν προσωπικότητα που διακρίνεται από έντονες τάσεις κυριαρχίας, ανταγωνισμού και αλαζονείας. Αυτά είναι πιο πιθανό να τιμωρήσουν ακόμα και συμπαίκτες τους οι οποίοι συνεργάζονται και προσφέρουν, προκειμένου να ενισχύσουν τη δική τους θέση/απόδοση.

3. Αισθήματα Υποτίμησης/Ντροπής: Κάποιοι άνθρωποι, όταν ένας συμπαίκτης τους επενδύει πολλά στον συλλογικό σκοπό, ενδέχεται να νιώσουν κατωτερότητα/θυμό. Αυτό, διότι θεωρούν ότι αυτός ο συμπαίκτης «το παίζει γενναιόδωρος» προκειμένου να τους υποτιμήσει και να χαλάσει την εικόνα τους. Συνεπώς, μπορεί να τον τιμωρήσουν, επειδή τους κάνει να φαίνονται τσιγκούνηδες και τους ασκεί έμμεση πίεση να συνεισφέρουν παραπάνω και οι ίδιοι (= απειλητική ερμηνεία της γενναιοδωρίας).

4. Διατήρηση της συνοχής: Οι άνθρωποι γενικά έχουμε την τάση να συμμορφωνόμαστε με τις κυρίαρχες νόρμες και κοινωνικές απαιτήσεις/προσδοκίες που μας περιτριγυρίζουν. Εάν σε μια κουλτούρα η μεγάλη συνεισφορά και συνεργασία δεν θεωρείται ως ο βασικός κανόνας, τα υπόλοιπα μέλη είναι πιθανό να τιμωρήσουν έναν παίκτη που παίζει γενναιόδωρα, καθώς διαταράσσει την κοινωνική συνοχή (ακόμα και αν αυτή η συνοχή υπαγορεύει ατομικισμό και έλλειψη αλληλεγγύης).

5. Το Κύρος των Επίσημων Θεσμών: Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι η αντικοινωνική τιμωρία ήταν κατά πολύ υψηλότερη σε χώρες όπου η εμπιστοσύνη στους πολιτικούς θεσμούς επιβολής της δικαιοσύνης ήταν χαμηλή. Με άλλα λόγια, όταν σε μία κοινωνία υπάρχει θεσμική διαφάνεια, η δικαιοσύνη χαίρει εκτίμησης και οι θεσμοί του κράτους λειτουργούν επί το πλείστον αδιάφθορα, η συνεργατικότητα μεταξύ των ατόμων είναι υψηλότερη, ενώ η αντικοινωνική τιμωρία σπανιότερη. Πιθανώς, αυτό προκύπτει διότι οι άνθρωποι δεν χρειάζεται να ανησυχούν τόσο πολύ για την αδικία/ατιμωρησία, η συνεργατικότητα/δικαιοσύνη θεωρούνται ευρέως ως οι αποδεκτές κοινωνικές συμπεριφορές/αξίες και η γενναιοδωρία χάνει τον πιθανό απειλητικό της χαρακτήρα (όπως περιγράφηκε παραπάνω).

Συνοψίζοντας, η έρευνα δείχνει ότι σε ορισμένες κοινωνίες —και όπως φαίνεται στο ελληνικό δείγμα— η γενναιοδωρία και η συνεργασία δεν αντιμετωπίζονται πάντα ως αξίες που ενισχύουν το κοινό καλό, αλλά μερικές φορές προκαλούν ζήλια, φόβο ή ανταγωνισμό και τελικά τιμωρούνται.

Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: η εμπιστοσύνη στους θεσμούς είναι χαμηλή, οι κοινωνικές νόρμες ασαφείς και η τιμωρία γίνεται εργαλείο προσωπικού ανταγωνισμού ή εκδίκησης – βλάπτοντας την κοινωνική αλληλεγγύη.

Οι πρακτικές συνέπειες είναι σημαντικές: η αντικοινωνική τιμωρία φθείρει την κοινωνική συνοχή, μειώνει τα κοινά οφέλη, και αποθαρρύνει όποιον θέλει να προσφέρει περισσότερο από το αναμενόμενο. Για να αλλάξει αυτό το πλαίσιο χρειάζεται συνδυασμός μέτρων σε πολλά επίπεδα.

Σε επίπεδο θεσμών, η ενίσχυση της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της προσβασιμότητας στη δικαιοσύνη μειώνει την ανάγκη για ιδιωτικά «παιχνίδια εξουσίας» και στέλνει ξεκάθαρο μήνυμα ότι η αδικία δεν θα μένει ατιμώρητη. Σε επίπεδο κοινωνίας, η εκπαίδευση για την ενσυναίσθηση, την κριτική σκέψη και τις αξίες της συνεργασίας —από τα σχολεία μέχρι τις τοπικές πρωτοβουλίες— μπορεί να κάνει τη γενναιοδωρία λιγότερο απειλητική και πιο αποδεκτή.

Τέλος, ως πολίτες έχουμε ένα καθήκον: να μη χειροκροτούμε την βλαπτική τιμωρητικότητα, να μην αντιδρούμε με αντιπάθεια στη γενναιοδωρία και να αναγνωρίζουμε την αξία της συνεργασίας στην καθημερινή ζωή. Εάν επιλέξουμε να υποστηρίζουμε τη γενναιοδωρία και τη συνεργασία αντί να τις τιμωρούμε, δημιουργούμε κοινότητες όπου η εμπιστοσύνη και η αλληλεγγύη μπορούν να ανθίσουν.

Βιβλιογραφία

Αntisocial Punishment Across Societies B.  Herrmann et. al. Science 319, 1362 (2008). DOI: 10.1126/science.1153808

 

Συγγραφή – Επιμέλεια Άρθρου

Ραφαήλ Ρήγας –Ψυχολόγος, κάτοχος μεταπτυχιακού στη Συμβουλευτική Ψυχολογία από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και ειδικευμένος στην Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία.

.psychology.gr